home

Cremer & Partners Law Office

Το γραφείο Cremer & Partners παρέχει τόσο σε ιδιώτες όσο και σε εταιρικούς πελάτες υψηλού επιπέδου νομικές υπηρεσίες από την ίδρυσή του το έτος 1974.

Η ομάδα μας απαρτίζεται από δικηγόρους με πάνω από εξήντα χρόνια εμπειρίας, σωρευτικά, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να συμβουλεύουν τους πελάτες τους στην ελληνική, αγγλική, γαλλική, ιταλική και ισπανική γλώσσα. Η κύρια φιλοσοφία μας εδράζεται στις αρχές της υψηλού επιπέδου εξυπηρέτησης των πελατών, της απόλυτης εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας, της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας.

Ταυτόχρονα στοχεύουμε στο να παρέχουμε ένα πλήρες πακέτο υπηρεσιών μέσω της σταθερής συνεργασίας μας με τρεις συμβολαιογράφους, πολιτικό μηχανικό και δύο οικονομικούς συμβούλους, ώστε να εξασφαλίζεται η βελτιστοποίηση του κόστους και του χρόνου για τον πελάτη, μέσω του συνολικού προγραμματισμού. Το γραφείο μας έχει τη δυνατότητα να παρέχει υπηρεσίες σε αστικές και ποινικές υποθέσεις που βαίνουν παράλληλα. Επίσης, τις υπηρεσίες αυτές τις παρέχουμε και σε πελάτες εκτός Αθηνών, δεδομένου ότι από ετών έχουμε σχηματίσει ένα ευρύ δίκτυο συνεργαζόμενων δικηγόρων ανά την Ελλάδα.

Μέλος:
● Διεθνής Ένωση Δικηγόρων (UIA)
● Διεθνής Ένωση Νέων Δικηγόρων (AIJA)
● Ένωση Διεθνούς Δικαίου (ILA)
● Ινστιτούτο Αστικής Γης (ULI)
● Ινστιτούτο Διαιτησίας (CIArb)
● Ελληνικό Κέντρο Διαιτησίας και Διαμεσολάβησης
● Ένωση Ελλήνων Διαμεσολαβητών
● Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο
● Ελληνορωσικό Εμπορικό Επιμελητήριο
● Ελληνοβρετανικό Εμπορικό Επιμελητήριο

Σχεδιασμός επενδύσεων για Φυσικά και Νομικά Πρόσωπα
Εταιρικό Δίκαιο και Δίκαιο επιχειρήσεων
Εμπορικό Δίκαιο
Διαχείριση ακίνητης περιουσίας
Οικογενειακό Δίκαιο
Κληρονομικό Δίκαιο
Εργατικό Δίκαιο
Υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων
Δίκαιο του Internet
Υπηρεσίες Διαμεσολάβησης
< BACK
Σχεδιασμός επενδύσεων για Φυσικά και Νομικά Πρόσωπα

Το γραφείο μας παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες, προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε πελάτη, σχετικά με την επενδυτική του δραστηριότητα. Ενδεικτικά, έχουμε εμπειρία στους επιχειρηματικούς τομείς: τον ηλεκτρονικό, φαρμακευτικό,  τουριστικό,  κατασκευαστικό και ακινήτων.

Εταιρικό Δίκαιο και Δίκαιο επιχειρήσεων

Νομικοί τύποι εταιριών που υποστηρίζουμε: ατομικές επιχειρήσεις, προσωπικές εταιρίες (Ο.Ε., Ε.Ε.), κεφαλαιουχικές εταιρίες (Α.Ε., Ι.Κ.Ε., Ε.Π.Ε.), αστική εταιρία (κερδοσκοπική, μη κερδοσκοπική, Μ.Κ.Ο.), startups, ίδρυμα, σωματείο, ΚοινΣΕπ.

Στους εταιρικούς πελάτες μας παρέχουμε ένα μεγάλο φάσμα υπηρεσιών, που περιλαμβάνει ενδεικτικά, σύσταση εταιρίας, διαχείριση, σύνταξη καταστατικού/ πρακτικών, τροποποιήσεις καταστατικού, καταχωρήσεις σε αρμόδιες υπηρεσίες (Γ.Ε.ΜΗ., Δ.Ο.Υ), συγχωνεύσεις, μετασχηματισμούς, λύση και εκκαθάριση εταιρίας.

Το γραφείο μας παρακολουθεί στενά το ελληνικό οικοσύστημα των startup εταιριών, ενώ έχει δραστήρια παρουσία σε ποικίλους διαγωνισμούς, workshops και πρωτοβουλίες mentoring. Επιπλέον, παρέχει κατάλληλη συμβουλευτική υποστήριξη σε startups ήδη από τα πρώτα βήματά τους σύστασης εταιρίας.

Εμπορικό Δίκαιο

Κατοχύρωση εμπορικού σήματος, σύνταξη και έλεγχος συμβάσεων για σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές (πώληση, διανομή, αντιπροσωπεία).

Διαχείριση ακίνητης περιουσίας

Το γραφείο μας κατέχει μεγάλη πείρα στην αγοραπωλησία ακινήτων έχοντας εκπροσωπήσει τους πελάτες μας σε αναρίθμητα συμβόλαια είτε από την πλευρά του αγοραστή είτε από του πωλητή.

Είναι εξειδικευμένο και στην παροχή υπηρεσιών που αφορούν το Κτηματολόγιο, το οποίο έχει ολοκληρωθεί ή ολοκληρώνεται σε όλη την ελληνική επικράτεια. Οι υπηρεσίες μας συμπεριλαμβάνουν, ενδεικτικά, δηλώσεις ιδιοκτησίας, διορθώσεις εγγραφών μέσω της διοικητικής αλλά και της δικαστικής οδού.

Διαχειριζόμαστε κάθε είδους θέμα που αφορά τις μισθώσεις, όπως, ενδεικτικά, σύνταξη μισθωτηρίων κατοικίας, επαγγελματικής στέγης, ακάλυπτων χώρων κ.λπ., είσπραξη και διαχείριση μισθωμάτων, καθώς και διενέργεια εξώσεων.

Επιπλέον, παρέχουμε νομικές συμβουλές για τις νέου τύπου μισθώσεις βραχυχρόνιας διαμονής τύπου “airbnb”, αναφορικά με τη διαδικασία καταχώρισης, τις φορολογικές υποχρεώσεις αλλά και τα δικαιώματα των ιδιοκτητών ακινήτων.

Οικογενειακό Δίκαιο

Έχουμε χειριστεί πληθώρα υποθέσεων διαζυγίου, συναινετικού ή κατ’ αντιδικία, μεταξύ ημεδαπών, αλλά έχουμε μεγάλη εμπειρία και σε υποθέσεις που ενέχουν στοιχεία αλλοδαπότητας.

Επιπλέον, το γραφείο μας εκπροσωπεί πελάτες σε ζητήματα ρύθμισης οικογενειακών σχέσεων, σχέσεων γονέων και τέκνων κ.ά., με σκοπό την εξεύρεση της πιο συμφέρουσας λύσης για το τέκνο ως προς την άσκηση επιμέλειας, την επικοινωνία εκάστου γονέα και τη διατροφή.

Κληρονομικό Δίκαιο

Το γραφείο μας έχει σημαντική πείρα στην επίλυση ζητημάτων –ακόμη και εάν ενέχουν στοιχεία αλλοδαπότητας- κληρονομικής διαδοχής εξ αδιαθέτου και εκ διαθήκης, σε δηλώσεις φόρου κληρονομιάς, αποδοχές ή αποποιήσεις κληρονομίας, άσκηση εκτελεστών διαθηκών κ.ά.

Εργατικό Δίκαιο

Το γραφείο μας αναλαμβάνει υποθέσεις με διαφορές που ανακύπτουν από τις εργασιακές σχέσεις, όπως αγωγές για διεκδίκηση δεδουλευμένων αποδοχών, αξιώσεων αποζημίωσης, μισθών υπερημερίας, απαιτήσεων από εργατικό ατύχημα.

Επίσης, είναι σε θέση να παρέχει νομικές συμβουλές για θέματα μισθών, αδειών, επιδομάτων, πρόσληψης, απόλυσης, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αποζημίωσης απόλυσης, κατάρτισης συμβάσεων εργασίας, βλαπτικής μεταβολής συνθηκών εργασίας κ.ά.

Υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων

Το γραφείο μας αναλαμβάνει υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων, όπως δικαστική επιδίωξη αποζημίωσης, που αφορά αποκατάσταση υλικών ζημιών, απώλεια εισοδήματος, ιατρικές δαπάνες, ικανοποίηση ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ακόμη και έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Δίκαιο του Internet

Συνδυάζοντας δεόντως την εμπειρία από τους τομείς του «παραδοσιακού» δικαίου με την καινοτομία του διαδικτύου, το γραφείο μας συμβουλεύει με διορατικότητα επί ζητημάτων, ενδεικτικά, προστασίας των δικαιωμάτων Πνευματικής Ιδιοκτησίας, ηλεκτρονικών συμβάσεων, συμβάσεων κατασκευής ιστοσελίδων και αδειών χρήσης λογισμικού.

Υπηρεσίες Διαμεσολάβησης

Υπηρεσίες Διαμεσολάβησης από τον διαπιστευμένο, από το 2011, Διαμεσολαβητή Μάρκελλο Ε. Κρέμερ

linkedin

Ελευθέριος Κρέμερ

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Ο Ελευθέριος Κρέμερ είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, απόφοιτος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, εγγεγραμμένος στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών από το 1974.

Έχοντας παράσχει τις υπηρεσίες του στους τομείς του αστικού και εμπορικού δικαίου και μάλιστα σε μεγάλο αριθμό δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων, σε συνδυασμό με την ιδιότητά του ως νομικού συμβούλου σειράς βιομηχανικών, εμπορικών και επενδυτικών εταιριών, η γνώση του και η πείρα του εκτείνονται σε μεγάλο αριθμό πεδίων του δικαίου. Τα πεδία αυτά καλύπτουν από αγοραπωλησίες ακινήτων έως επαγγελματικές και αστικές μισθώσεις, επενδυτικές συμβουλές, τον χειρισμό όλων των θεμάτων του εμπορικού δικαίου αλλά και ζητήματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου.

Επιπλέον, έχει διατελέσει μέλος διοικητικών συμβουλίων μεγάλου αριθμού φαρμακευτικών, αγροτικών, βιομηχανικών, βιοτεχνικών και κατασκευαστικών επιχειρήσεων.

Οι πελάτες μας ωφελούνται ιδιαίτερα από την πείρα των σαράντα πέντε (45) ετών δικηγορίας του, που του δίνει τη δυνατότητα να παρέχει υπηρεσίες, κατέχοντας το ελληνικό νομικό πλαίσιο ενεργειών σε βάθος και να παρέχει συμβουλές σε πολύπλοκα νομικά θέματα.

Contact Ελευθέριος: emcremer@cremer-law.com

linkedin

Marcel Cremer

Δικηγόρος

Ο Marcel Cremer είναι δικηγόρος Αθηνών, διαχειριστής του δικηγορικού γραφείου Cremer & Partners και πιστοποιημένος διαμεσολαβητής.

Η επαγγελματική εξειδίκευσή του είναι το εταιρικό και το εμπορικό δίκαιο με έμφαση στους τομείς των συμβάσεων, του real estate και των εταιρειών startup. Εκπροσωπεί και συμβουλεύει κυρίως αλλοδαπα φυσικά και νομικά πρόσωπα που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στην Ελλάδα.

Η εμπειρία του εκτείνεται και πέρα από τον χώρο της νομικής επιστήμης, καθώς έχει ασχοληθεί ενεργά με τον χώρο των επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συμμετέχει ως σύμβουλος σε καινοτόμες επιχειρήσεις διαθέτοντας γνώσεις στο project management και στο fundraising.

Είναι πιστοποιημένος διαμεσολαβητής από το Chartered Institute of Arbitrators (CIArb) και εκπαιδευτής διαμεσολαβητών από Centre of Effective Dispute Resolution (CEDR). Από το 2009 έχει διατελέσει μέλος του Δ.Σ. και αναπληρωτής ταμίας της Ελληνικής Ένωσης Διαμεσολαβητών και εκπρόσωπος του φορέα Urban Land Institute (ULI). Τα τελευταία 3 έτη είναι εκπρόσωπος της Διεθνούς Ένωσης Νέων Δικηγόρων – International Association of Young Lawyers (AIJA).

Έχει συγγράψει σειρά άρθρων στον Ελληνικό και ξένο τύπο για θέματα σχετικά με την νομική επιστήμη, την διαμεσολάβηση, το εταιρικό δίκαιο και το real estate. Μιλάει άπταιστα Αγγλικά, Γαλλικά και Ιταλικά και έχει βασικές γνώσεις Ισπανικών και Γερμανικών.

 

Contact Marcel: mecremer@cremer-law.com

Γιάννης Ρούσσος

Οικονομικός Σύμβουλος

Ο Γιάννης Ρούσσος είναι εξειδικευμένος λογιστής και έχει διατελέσει επί σειρά ετών οικονομικός διευθυντής μεγάλης πολυεθνικής εταιρίας στην Ελλάδα. Η επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε το 1977, όταν άρχισε να τηρεί τα λογιστικά βιβλία εταιριών ενόσω σπούδαζε ακόμα Οικονομικά και Λογιστική στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά.

Οι τομείς εξειδίκευσής του περιλαμβάνουν την οικονομική διαχείριση, φορολογικές συμβουλές, αναδιάρθρωση επιχειρήσεων και επιχειρηματικό σχεδιασμό (business plan). Ο Γιάννης Ρούσσος εντάχθηκε στο γραφείο Cremer & Partners τo 2010 και η συμβολή του έκτοτε υπήρξε καθοριστική για τη διευκόλυνση των πελατών που ζητούν συνδυασμό συμβουλευτικών-οικονομικών και νομικών υπηρεσιών από το γραφείο.

Μαρία Ευαγγελίδη

Συμβολαιογράφος

Η Μαρία Ευαγγελίδη είναι συμβολαιογράφος, κάτοχος πτυχίου Νομικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών από το 2000. Πριν από αυτό, ασκούσε ανεξάρτητη δικηγορία για 9 χρόνια με ειδίκευση το αστικό και το εμπορικό δίκαιο.

Λόγω της πολυετούς της πείρας διαθέτει εξειδικευμένη τεχνογνωσία σε θέματα που αφορούν σύσταση εταιριών, συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων, πληρεξούσια, δημόσιες διαθήκες, αποδοχές και αποποιήσεις κληρονομίας. Η παρουσία της εγγυάται την άριστη εξυπηρέτηση τόσο των ιδιωτών όσο και των εταιρικών πελατών του γραφείου.

Μιλάει άπταιστα Αγγλικά και Γερμανικά.

linkedin

Μαίρη Ρήγα

Δικηγόρος

Η Μαίρη Ρήγα είναι δικηγόρος παρά Πρωτοδίκαις, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από το 2018. Αποφοίτησε από το τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, από το οποίο εν συνεχεία απέκτησε και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών της (LLM) στην κατεύθυνση Αστικού Δικαίου και Νέων Τεχνολογιών.

Η ενασχόλησή της επικεντρώνεται στους τομείς του αστικού και εμπορικού δικαίου, εκπροσωπώντας και συμβουλεύοντας φυσικά και νομικά πρόσωπα. Έχει εμπειρία, ενδεικτικά, σε ζητήματα ακινήτων, οικογενειακού δικαίου, επίλυσης ιδιωτικών διαφορών εξωδίκως ή/και δικαστικώς, πνευματικής ιδιοκτησίας, σύστασης εταιριών και γενικότερα χειρισμό εταιρικών υποθέσεων.

Μιλάει Αγγλικά, Γαλλικά και Ιταλικά.

linkedin

Μαρία Καΐλη

Ασκούμενη Δικηγόρος

Η Μαρία Καΐλη είναι ασκούμενη δικηγόρος. Αποφοίτησε από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου το 2018, έχοντας παρακολουθήσει πληθώρα σεμιναρίων και ημερίδων δικαίου στα πλαίσια της νομικής σχολής. Είναι εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών από τον Απρίλιο του 2019.

Επιπλέον, είναι κάτοχος πτυχίου Πολιτικών Επιστημών της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από το 2013.

Μιλάει Αγγλικά, Ισπανικά και Γερμανικά.

Εμπορικές μισθώσεις (Μισθώσεις επαγγελματικής στέγης)

Υποχρεώσεις εκμισθωτή από πραγματικά ελαττώματα- Αδυναμία χρήσης μισθίου λόγω μη έκδοσης άδειας από  δημόσια αρχή.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Μη συμμόρφωση σε προσωρινή διαταγή – Ποινικές συνέπειες

Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 691Α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 700 παράγραφος 3 ΚΠολΔ, τα αστικά δικαστήρια προβαίνουν καθημερινά στην έκδοση μεγάλου αριθμού προσωρινών διαταγών.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Σύμφωνο Συμβίωσης – Βασικά χαρακτηριστικά/Διαφορές με το θεσμό του γάμου

Σύμφωνο συμβίωσης είναι η συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Οι δυο τρόποι προκαταβολής για αγορά ακινήτου

Όταν ένας αγοραστής και ένας πωλητής συζητήσουν και συμφωνήσουν τους βασικούς όρους αγοραπωλησίας ενός ακινήτου, προτού υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας, συνήθως προηγείται το βήμα της προκαταβολής.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Οδηγίες για προστασία καταναλωτών κατά τις ηλεκτρονικές συναλλαγές

Σύμφωνα με το νόμο 2251/1994, σύμβαση από απόσταση είναι κάθε σύμβαση που αφορά αγαθό ή υπηρεσία, η οποία συνάπτεται μεταξύ ενός προμηθευτή και ενός καταναλωτή, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία τους, στο πλαίσιο ενός συστήματος προμήθειας αγαθών ή παροχής υπηρεσιών από απόσταση που οργανώνεται από τον προμηθευτή, ο οποίος χρησιμοποιεί, αποκλειστικά, ένα ή περισσότερα μέσα τεχνικής επικοινωνίας από απόσταση μέχρι και τη σύναψη της σύμβασης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Σφραγίδα της Χάγης (Apostille)

Η Σφραγίδα της Χάγης (Apostille) είναι η σφραγίδα η οποία απαιτείται, σύµφωνα µε την Σύµβαση της Χάγης του 1961, να τεθεί στα δηµόσια έγγραφα από το Κράτος που τα έχει συντάξει, προκειµένου να βεβαιωθεί η γνησιότητα της υπογραφής και η ιδιότητα µε την οποία ενήργησε ο υπογράφων το έγγραφο και ενδεχοµένως, η ταυτότητα της σφραγίδας ή του επισήµατος που φέρει το έγγραφο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Αναγκαστική εκτέλεση (Κατάσχεση και πλειστηριασμός)

Ο κώδικας Πολιτικής Δικονομίας περιέχει έναν μεγάλο τομέα (Βιβλίο 8ο), ο οποίος αναλύεται σε επιμέρους κεφάλαια, όπου εκεί διατυπώνεται ο τρόπος αλλά και οι όροι με τους οποίους μπορεί να εισπράξει την απαίτησή του, οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο από τον οφειλέτη του.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Λύση αστικής μίσθωσης

Η αστική μίσθωση (μίσθωση κατοικίας) διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 574 επ.) και από τον νόμο 1703/1987.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Νομικά θέματα επί των συναλλαγών λόγω της πανδημίας του κορονοϊού

Οι συνέπειες από την πανδημία του κορονοϊού διέπουν τις σχέσεις φυσικών και νομικών προσώπων σ’ όλη τη χώρα οριζοντίως και καθέτως.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Κληρονομικό Καταπίστευμα

Ο Αστικός Κώδικας περιλαμβάνει στον τομέα του κληρονομικού δικαίου, στο κεφάλαιο υπ’ αριθμόν 14, και υπό τον τίτλο «κληρονομικό καταπίστευμα», τις διατάξεις με τις οποίες ρυθμίζεται το καταπίστευμα στο κληρονομικό δίκαιο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
< ΠΙΣΩ

Εμπορικές μισθώσεις (Μισθώσεις επαγγελματικής στέγης)

Υποχρεώσεις εκμισθωτή από πραγματικά ελαττώματα- Αδυναμία χρήσης μισθίου λόγω μη έκδοσης άδειας από  δημόσια αρχή.

Σύμφωνα με το άρθρο 44 του Π.Δ. 39/1995 περί εμπορικών μισθώσεων, το οποίο αναφέρει επί λέξει  « Οι μισθώσεις του παρόντος διατάγματος, εφ’ όσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σε αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα», σημαίνει και συνεπάγεται την, κατ’ αρχάς, εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 574 έως 577 του Αστικού Κώδικα στις εμπορικές μισθώσεις.

Το περιεχόμενο των άρθρων αυτών είναι το ακόλουθο.

«574.Εννοια.Με την σύμβαση της μισθώσεως πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει  στον μισθωτή την χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

575.Υποχρεώσεις του εκμισθωτή. Ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραδώσει  στον μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για την συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο  σ’ όλη την διάρκεια της μίσθωσης.

576.Ελλείψεις ή πραγματικά ελαττώματα του μισθίου. Αν κατά τον χρόνο της παράδοσής του στον μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά την συμφωνημένη χρήση ( πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά την διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα , ο μισθωτής , ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος.

Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μία συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε μία τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.

  1. Αν κατά την συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, αντί για την μείωση ή την μη καταβολή του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκτέλεση της σύμβασης. Το ίδιο ισχύει και αν ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που υπήρχε κατά την συνομολόγηση της σύμβασης.»

Η απαίτηση καταβολής αποζημιώσεως, όπως αναφέρεται στο άρθρο 577 Α.Κ. περιλαμβάνει την θετική και αποθετική ζημία που έχει υποστεί ο μισθωτής , η οποία, όμως, πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας , όπως έχει αποφανθεί ο Άρειος Πάγος ( ΑΠ 1674/2017).

Κατά την διάρκεια εφαρμογής των διατάξεων του νόμου περί επαγγελματικής στέγης, που ανάγεται στο απώτερο παρελθόν, είχε παρουσιαστεί συχνά το φαινόμενο να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει ο μισθωτής το μίσθιο, λόγω αδυναμίας χορήγησης της σχετικής απαιτούμενης άδειας από δημόσια αρχή ή λόγω απαγόρευσης της συμφωνημένης χρήσης από δημόσια αρχή. Η αδυναμία αυτή αποτελεί ένα από τα συνηθισμένα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου και έχει αντιμετωπιστεί με απόφαση της ολομέλειας του Αρείου Πάγου ( ΑΠ50/2005) ενώ εφ’ όσον η έκδοση της αδείας πρέπει να γίνει με ενέργειες του εκμισθωτή, με την απόφαση ΑΠ415/2014.

Όπως προκύπτει από όσα προαναφέρθηκαν, εφ’ όσον ο μισθωτής παρακωλύεται στην χρήση του μισθίου ακινήτου λόγω της ύπαρξης πραγματικού ελαττώματος, μπορεί να καταγγείλει την μίσθωση, τα αποτελέσματα της οποίας επέρχονται με την έκδοση της δικαστικής απόφασης και ισχύουν για το μέλλον. Μάλιστα, η θεμελίωση του δικαιώματος της καταγγελίας επέρχεται με μόνη την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος και ανεξαρτήτως του αν ο εκμισθωτής έχει υπαιτιότητα ή όχι ως προς αυτό. ( ΑΠ1469/2013,ΑΠ 1291/2014).

 

Μη συμμόρφωση σε προσωρινή διαταγή – Ποινικές συνέπειες

Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 691Α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 700 παράγραφος 3 ΚΠολΔ, τα αστικά δικαστήρια προβαίνουν καθημερινά στην έκδοση μεγάλου αριθμού προσωρινών διαταγών.

Η μέθοδος αυτή ακολουθείται κατά κόρον από τους προσφεύγοντες πολίτες , δια των δικηγόρων των, έχοντας υπ’ όψιν ότι η απονομή δικαιοσύνης απαιτεί μεγάλα χρονικά διαστήματα. Όμως, με την προσωρινή διαταγή εξασφαλίζονται – έστω και προσωρινά και υπό τον όρο της συζητήσεως της κυρίας αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων – πολλά  δικαιώματα, τα οποία ενδεχομένως να χάνονταν , αν δεν υπήρχε η εφαρμογή των άρθρων που προαναφέρθηκαν.

Ο νομοθέτης προβλέποντας την πιθανότητα μη  σεβασμού και τήρησης  της εφαρμογής της διατάξεως της προσωρινής διαταγής και των μέτρων που , εκάστοτε, περιέχονται στο διατακτικό της, προσέθεσε – κατά το προϊσχύσαν  δίκαιο – την διάταξη του άρθρου 232A παρ. 1 Π.Κ. Το άρθρο αυτό όριζε τα εξής:

«Άρθρο 232Α παρ.1. Όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή ΟΤΑ ή άλλου ΝΠΔΔ τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι [6] μηνών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.»

Προς  έκπληξη του νομικού κόσμου, κατά την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα, η οποία ψηφίστηκε από την Βουλή των Ελλήνων ελάχιστες ημέρες προ των εθνικών εκλογών της 7ης Ιουλίου 2019, το άρθρο 232Α Π.Κ. καταργήθηκε. Συνεπώς, η παράβαση της προσωρινής διαταγής δεν επέφερε, πλέον, καμία συνέπεια στον παραβάτη. Επίσης, δεν κατέστη δυνατόν να γίνει  αντιληπτή η αιτία της κατάργησης του άρθρου αυτού, η εφαρμογή του οποίου περιόριζε την παραβατικότητα των κακόπιστων πολιτών. Παρ’ όλα αυτά ούτε με την νέα τροποποίηση του Ποινικού  Κώδικα το άρθρο αυτό επανήλθε. Οπότε, το μόνο άρθρο του Ποινικού Κώδικα με το οποίο επέρχονται ποινικές συνέπειες για παράβαση προσωρινής διαταγής ή διάταξης δικαστικής ή εισαγγελικής απόφασης είναι η παράγραφος 1 του άρθρου 169Α Π.Κ., στην οποία ορίζονται τα εξής:

«1. Όποιος δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή ή διάταξη δικαστικής ή εισαγγελικής απόφασης σχετική με τη ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία με το τέκνο και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.»

Από την ανάγνωση της παραγράφου αυτής προκύπτει το εξής συμπέρασμα. Η ποινική προστασία για την παράβαση προσωρινής διαταγής παρέχεται μόνο σε περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις και όχι σε κάθε περίπτωση παραβάσεως. Αυτή, προφανώς, ήταν και είναι η βούληση του νομοθέτη.

 

Σύμφωνο Συμβίωσης – Βασικά χαρακτηριστικά/Διαφορές με το θεσμό του γάμου

Σύμφωνο συμβίωσης είναι η συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους.

Με το Ν. 3719/2008 δόθηκε για πρώτη φορά στα ετερόφυλα ζευγάρια η δυνατότητα να συνάψουν μεταξύ τους το «σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης», το οποίο συντάσσεται ενώπιον Συμβολαιογράφου και το οποίο προσομοιάζει με τον θεσμό του γάμου, καθώς δίνει στα συμβαλλόμενα μέρη δικαιώματα κληρονομικά, συμμετοχής στα αποκτήματα κ.α., ενώ με το Ν. 4356/2015 επήλθαν αρκετές αλλαγές, μία από τις οποίες είναι και η δυνατότητα σύναψης του συμφώνου συμβίωσης από ομόφυλα ζευγάρια.

Οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ένα ζευγάρι για να μπορέσει να συνάψει «σύμφωνο συμβίωσης» είναι οι εξής:

α) Να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα,

β) Να μην υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά με τρίτο πρόσωπο,

γ) Να μην υπάρχει συγγένεια μεταξύ τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό και

δ) Να μην υπάρχει μεταξύ τους σχέση υιοθεσίας.

Για τη σύσταση του συμφώνου συμβίωσης απαιτείται αυτοπρόσωπη παρουσία των μερών ενώπιον συμβολαιογράφου και η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στο ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους.

Λύση συμφώνου συμβίωσης

Το σύμφωνο συμβίωσης πλέον λύνεται:

α) με συμφωνία των μερών, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο,

β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση -εφόσον έχει επιδοθεί προηγουμένως με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις (3) μήνες από την επίδοση και

γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών.

Όσον αφορά στις προσωπικές, περιουσιακές και κληρονομικές σχέσεις μετά τη λύση του «συμφώνου συμβίωσης» μεταξύ των μερών εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση στον παρόντα ή άλλο νόμο.

Βασικές διαφορές του γάμου από το σύμφωνο συμβίωσης

Τρόπος Σύναψης

Ο πολιτικός γάμος συνάπτεται μετά την γνωστοποίηση του με αγγελία ή με ιερολογία (στις περιπτώσεις του θρησκευτικού γάμου), με προφορική δήλωση ενώπιον του δημάρχου. Το σύμφωνο συνάπτεται με συμβολαιογραφική πράξη και για να ισχύει πρέπει να καταχωρηθεί στο ληξιαρχείο.

Επώνυμο

Το σύμφωνο συμβίωσης δεν μεταβάλλει το επώνυμο των μερών, αν και κάθε μέρος μπορεί να χρησιμοποιεί άτυπα το επώνυμο του συντρόφου του μετά τη συγκατάθεση του τελευταίου.

Υιοθεσία-επώνυμο παιδιών

Στο ν. 4656/2015 δεν προβλέπεται ρητά το δικαίωμα από κοινού υιοθεσίας των συντρόφων αλλά μπορεί να υποστηριχθεί ότι εφαρμόζεται κατ’ αναλογία αυτή η διάταξη μαζί με τις άλλες διατάξεις που ισχύουν αναλογικά και διέπουν τις σχέσεις συζύγων.

Φορολογικό Δίκαιο

Τα πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης μπορούν να υποβάλουν κοινή φορολογική δήλωση αν και δεν είναι υποχρεωτικό.

Ακύρωση

Ο εισαγγελέας μπορεί να ακυρώσει με αγωγή του γάμο για συγκεκριμένους λόγους που προβλέπονται στο νόμο. Αντιθέτως, το σύμφωνο συμβίωσης μπορεί να το προσβάλλει αν αντίκειται στη «δημόσια τάξη».

Διατροφή

Για τη διατροφή μετά τη λύση του συμφώνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη διατροφή μετά το διαζύγιο.

Τέλος, για τη σύναψη συμφώνου συμβίωσης, απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, κάτι που δεν ισχύει για τον γάμο.

 

Όσον αφορά το ισχύον δίκαιο, ο ν. 4356/2015 αναφέρει ότι τα σύμφωνα συμβίωσης που έχουν καταρτιστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου, εξακολουθούν να διέπονται από το ν. 3719/2008, με εξαίρεση τις διατάξεις περί λύσεως του συμφώνου. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα μέρη έχουν δικαίωμα να υπαχθούν συνολικά στις διατάξεις του ν. 4356/2015 με συμβολαιογραφική πράξη.

 

 

Οι δυο τρόποι προκαταβολής για αγορά ακινήτου

Όταν ένας αγοραστής και ένας πωλητής συζητήσουν και συμφωνήσουν τους βασικούς όρους αγοραπωλησίας ενός ακινήτου, προτού υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας, συνήθως προηγείται το βήμα της προκαταβολής.

Η προκαταβολή καταβάλλεται από τον αγοραστή προς τον πωλητή, με σκοπό ο αγοραστής να δηλώσει επίσημα την πρόθεσή του να αποκτήσει το ακίνητο και ο πωλητής, λαμβάνοντας τα χρήματα στον λογαριασμό του, να αποσύρει το ακίνητο από την αγορά και να δεσμευθεί έναντι του συγκεκριμένου αγοραστή. Η προκαταβολή συνίσταται σε χρηματικό ποσό ανάλογο της αξίας του ακινήτου, ενώ συνήθως υπολογίζεται σε 10% του τιμήματος αγοραπωλησίας.

Είναι επιτακτικό η προκαταβολή να μην δίνεται δίχως την υπογραφή από τους συμβαλλόμενους κάποιου εγγράφου. Έτσι, υπάρχουν δύο δυνατότητες. Πρώτον, να υπογραφεί ιδιωτικό συμφωνητικό προκαταβολής, το οποίο έχει και την έννοια της απόδειξης. Δεύτερον, να υπογραφεί συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, το οποίο παρέχει τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια στον αγοραστή και πωλητή.

Είτε υπογραφεί το πρώτο είτε το δεύτερο, σε κάθε περίπτωση, θα εμπεριέχονται οι βασικοί όροι της αγοραπωλησίας. Ενδεικτικά:

  1. Το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα και ο τρόπος εξόφλησής του (π.χ. εφάπαξ κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ή με δόσεις, με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό ή με τραπεζική επιταγή).
  2. Περιγραφή του ακινήτου και κατασκευές που πρέπει ακόμα να γίνουν, αν αυτό είναι υπό κατασκευή ή αυθαιρεσίες που πρέπει να τακτοποιηθούν, νομικά ελαττώματα ή πραγματικά ελαττώματα του ακινήτου.
  3. Ρητή ημερομηνία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου ή προθεσμία εντός της οποίας οι συμβαλλόμενοι θα είναι έτοιμοι προς υπογραφή.
  4. Ρήτρα για την περίπτωση υπαναχώρησης ενός εκ των δύο συμβαλλομένων.

Το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο εξασφαλίζει μεγαλύτερη προστασία σε σύγκριση με το ιδιωτικό συμφωνητικό, διότι σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμβολαιογραφικός τύπος τόσο για το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας, όσο και για το προσύμφωνο.

Συχνά αυτό το προσύμφωνο ονομάζεται και «αρραβώνας». Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, η σύμβαση του αρραβώνα συνιστά παρεπόμενη σύμβαση, στο πλαίσιο της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος δίνει στον άλλο χρηματικό ποσό, ώστε αν δεν εκπληρωθεί η κύρια σύμβαση από αυτόν που το έδωσε, να το κρατήσει ο λήπτης, ενώ αν δεν εκπληρωθεί από το λήπτη, αυτός θα πρέπει να το αποδώσει διπλάσιο.

Ωστόσο, τα ανωτέρω δεν σημαίνουν ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό θα πρέπει να αποφεύγεται. Αντιθέτως, έχει τα ακόλουθα πλεονεκτήματα σε σύγκριση με το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο. Το ιδιωτικό συμφωνητικό εξυπηρετεί την οικονομία, την ταχύτητα και την απλότητα της διαδικασίας. Δεν απαιτείται η προσκόμιση δικαιολογητικών από τους συμβαλλομένους, όπως αυτών που θα ζητούσε ο συμβολαιογράφος να επισυνάψει στο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο. Ταυτόχρονα, δεν θα επιβαρυνθεί ο αγοραστής με συμβολαιογραφική αμοιβή. Το ιδιωτικό συμφωνητικό μπορεί να υπογραφεί αμέσως, αρκεί οι συμβαλλόμενοι να έχουν συμφωνήσει στους κύριους όρους και να υπάρχει διαθέσιμο το ποσό της προκαταβολής. Έπειτα, μπορεί ενώπιον δικαστηρίου το συμφωνητικό να είναι άκυρο, λόγω μη τήρησης του συμβολαιογραφικού τύπου, πάντως στην πράξη, τους συμβαλλόμενους δεσμεύει ο λόγος τους, καθόσον έχουν θέσει όρους στο ιδιωτικό συμφωνητικό, έχουν θέσει τις υπογραφές τους και σε κάθε περίπτωση επιδιώκουν αμοιβαία το ίδιο αποτέλεσμα.

Εάν, μετά την υπογραφή ιδιωτικού συμφωνητικού, η συμφωνία χαλάσει και δεν υπογραφεί ποτέ το οριστικό συμβόλαιο, με τους συμβαλλόμενους να οδηγούνται στο δικαστήριο για επίλυση των διαφορών τους, το δικαστήριο θα κρίνει πράγματι ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό είναι άκυρο, λόγω μη τήρησης του συμβολαιογραφικού τύπου. Όμως, ο Αστικός Κώδικας θα τους προστατεύσει αλλιώς, θεωρώντας ότι οι συμβαλλόμενοι βρίσκονταν ακόμα στο στάδιο των διαπραγματεύσεων. Οι διαπραγματευόμενοι οφείλουν να συμπεριφέρονται καλόπιστα και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη. Εάν ο ένας εκ των συμβαλλομένων ματαιώσει τη σύμβαση, μη τηρώντας τη συμπεριφορά που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενο που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτισή της. Αποκαθίσταται, ιδίως, η ζημία που αυτός υπέστη, διότι, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται η υπογραφή του συμβολαίου, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης.

Άλλως, η προκαταβολή αναζητείται με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού του Αστικού Κώδικα. Ειδικότερα, η προκαταβολή τιμήματος σε εκτέλεση προσύμβασης αγοράς ακινήτου, για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, συνιστά πλουτισμό του πωλητή  από την περιουσία του αγοραστή, χωρίς νόμιμη αιτία, διότι η προσύμβαση είναι άκυρη.

Τυπικά ο αρραβώνας και η προκαταβολή λειτουργούν διαφορετικά ως προς το εξής: Ο αρραβώνας αποσκοπεί στην κάλυψη της ζημίας σε περίπτωση υπαίτιας ματαίωσης της σύμβασης. Η προκαταβολή δεν δίνεται για κάλυψη της ζημίας αλλά έναντι του τιμήματος και σε εγγύηση αυτού. Εξ ου και ο νόμος επιβάλλει την επιστροφή του αρραβώνα ακόμα και στο διπλάσιο, ενώ το ίδιο δεν επιβάλλεται εκ του νόμου για την προκαταβολή. Ο χαρακτηρισμός του αρραβώνα πρέπει να είναι αναμφίβολος, γι’ αυτό, σε περίπτωση αμφιβολίας, πρόκειται για προκαταβολή.

 

 

Οδηγίες για προστασία καταναλωτών κατά τις ηλεκτρονικές συναλλαγές

Σύμφωνα με το νόμο 2251/1994, σύμβαση από απόσταση είναι κάθε σύμβαση που αφορά αγαθό ή υπηρεσία, η οποία συνάπτεται μεταξύ ενός προμηθευτή και ενός καταναλωτή, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία τους, στο πλαίσιο ενός συστήματος προμήθειας αγαθών ή παροχής υπηρεσιών από απόσταση που οργανώνεται από τον προμηθευτή, ο οποίος χρησιμοποιεί, αποκλειστικά, ένα ή περισσότερα μέσα τεχνικής επικοινωνίας από απόσταση μέχρι και τη σύναψη της σύμβασης.

Οι υποχρεώσεις που έχει ο προμηθευτής/πάροχος για συμβάσεις και παραγγελίες που γίνονται με ηλεκτρονικά μέσα είναι οι εξής:
Όταν ο καταναλωτής προβαίνει σε μία παραγγελία ενός αγαθού με τεχνολογικά μέσα, όπως για παράδειγμα η παραγγελία μέσω ίντερνετ ενός βιβλίου, ενός δίσκου ή μιας τηλεοπτικής συσκευής, ισχύουν οι ακόλουθες αρχές.
– Ο φορέας παροχής υπηρεσιών, δηλαδή το ηλεκτρονικό κατάστημα, οφείλει να αποστείλει αποδεικτικό παραλαβής της παραγγελίας του αποδέκτη χωρίς περιττή καθυστέρηση και με ηλεκτρονικά μέσα. Η παραγγελία και το αποδεικτικό παραλαβής θεωρείται από το νόμο ότι έχουν παραληφθεί όταν τα μέρη στα οποία απευθύνονται έχουν πρόσβαση σε αυτά τα ηλεκτρονικά μέσα.
– Ο προμηθευτής οφείλει ακόμα να θέτει στη διάθεση του καταναλωτή κατάλληλα, αποτελεσματικά και προσιτά μέσα που θα επιτρέψουν στο χρήστη να επισημάνει και να διορθώσει τα λάθη του κατά τον ηλεκτρονικό χειρισμό πριν από την ανάθεση της παραγγελίας. Τα ανωτέρω δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις που συνάπτονται αποκλειστικά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μέσω άλλων ισοδύναμων ατομικών μέσων επικοινωνίας.
– Σε κάθε σύμβαση από απόσταση ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει αναιτιολόγητα εντός δεκατεσσάρων (14) ημερολογιακών ημερών, αν δεν συμφωνήθηκε μεγαλύτερη προθεσμία, επιστρέφοντας το αγαθό στην αρχική του κατάσταση, χωρίς να επιβαρύνεται με οποιαδήποτε δαπάνη, εκτός από τα έξοδα επιστροφής. Για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης η προθεσμία αρχίζει, για τα αγαθά, από την παραλαβή τους, και, για τις υπηρεσίες, από τη λήψη των πληροφοριών, είτε με έγγραφα είτε με σταθερά μέσα, που ενημερώνουν τον καταναλωτή ότι έχει συναφθεί η σύμβαση. Αν ο προμηθευτής δεν έχει εκπληρώσει τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις ενημέρωσης, η προθεσμία υπαναχώρησης είναι τρίμηνη.

Δεδομένης της κήρυξης πανδημίας από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.) του COVID-19 και της επιβολής μέτρων για την αποφυγή και τον περιορισμό της μετάδοσης του ιού από την ελληνική κυβέρνηση, έχει αυξηθεί κατακόρυφα το ηλεκτρονικό εμπόριο και εν γένει οι ηλεκτρονικέςσυναλλαγές.
Δυστυχώς, έχουν παρατηρηθεί, επανειλημμένως, φαινόμενα μη προσήκουσας εκτέλεσης παραγγελιών από ηλεκτρονικά καταστήματα και το τελευταίο διάστημα η Ανεξάρτητη Αρχή “Συνήγορος του Καταναλωτή” έχει δεχθεί πληθώρα καταγγελιών και έγγραφων αναφορών που
αφορούν αδικαιολόγητα μεγάλες καθυστερήσεις εκπλήρωσης ή αδυναμίας επικοινωνίας με τα εν λόγω καταστήματα.

Για την αποφυγή τέτοιων φαινομένων και την μέγιστη προστασία των καταναλωτών, η Ανεξάρτητη Αρχή συστήνει στους καταναλωτές τα παρακάτω:
Α. Να προτιμούν την πραγματοποίηση αγορών από αξιόπιστα και γνωστά ηλεκτρονικά καταστήματα.
Σημαντική ένδειξη αξιοπιστίας είναι η μακρόχρονη λειτουργία των καταστημάτων στην αγορά και η ύπαρξη φυσικής έδρας τους.
Β. Να ελέγχουν πάντοτε τις βασικές πληροφορίες που παρέχονται για το ηλεκτρονικό κατάστημα από τον ιστότοπό του.
Να αναζητούν, ειδικότερα, την επωνυμία της εταιρείας και τα πλήρη στοιχεία επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης ταχυδρομικής διεύθυνσης. Η ύπαρξη μόνο ηλεκτρονικής διεύθυνσης (e-mail) και κινητού τηλεφώνου δεν αρκεί και αποτελεί, μάλιστα, ένδειξη απάτης.
Γ. Να ελέγχουν, οπωσδήποτε, πριν από την πληρωμή, ότι ο ιστότοπος παρέχει ασφαλή σύνδεση για τη μετάδοση ευαίσθητων δεδομένων, όπως στοιχείων πιστωτικών καρτών.
Να βεβαιώνονται ότι το σύμβολο ασφαλούς μετάδοσης δεδομένων εμφανίζεται στο πεδίο «διεύθυνση του προγράμματος περιήγησης» – browser με τη μορφή HTTPS. Με αυτό τον τρόπο διασφαλίζουν ότι το e-shop διαθέτει SSL (Secure Sockets Layer), δηλαδή πρωτόκολλο ασφαλούς μετάδοσης ευαίσθητων δεδομένων στο διαδίκτυο, ειδικά για αγορές με πιστωτικές-χρεωστικές κάρτες και paypal.
Δ. Να εντοπίζουν στο διαδίκτυο τυχόν σχόλια, εμπειρίες ή συστάσεις άλλων καταναλωτών που έχουν ήδη συναλλαγεί με το κατάστημα. Αυτό γίνεται εύκολα, πληκτρολογώντας το όνομα της εταιρείας ή του ηλεκτρονικού καταστήματος σε μία μηχανή αναζήτησης. Να
προσεγγίζουν τις συστάσεις με κριτικό μάτι, διότι μπορεί να είναι παραπλανητικές ή κατασκευασμένες.
Ε. Τα αναγνωρισμένα ηλεκτρονικά καταστήματα έχουν στον ιστότοπό τους σήματα εμπιστοσύνης των ενώσεων ηλεκτρονικού εμπορίου και των οργανισμών που διαθέτουν πιστοποιητικά ασφαλείας και απορρήτου προσωπικών δεδομένων. Αυτό δείχνει ότι η εταιρεία είναι αξιόπιστη και ότι τηρεί τους βασικούς κανόνες στις ηλεκτρονικές συναλλαγές, οπότε ο καταναλωτής μπορεί να αγοράσει από αυτήν με ασφάλεια.
ΣΤ. Να αποφεύγουν την πραγματοποίηση αγορών από ηλεκτρονικά καταστήματα που απαιτούν, αποκλειστικά, την προείσπραξη του τιμήματος των αγαθών μέσω πιστωτικής/χρεωστικής κάρτας, paypal ή τραπεζικού εμβάσματος και δεν διαθέτουν την αντικαταβολή ή την ηλεκτρονική πληρωμή τη στιγμή της παράδοσης του προϊόντος ως εναλλακτικό τρόπο πληρωμής.
Ζ. Να μην πείθονται από τις υπερβολικά δελεαστικές τιμές των προϊόντων σε σχέση με τον ανταγωνισμό ή, εν πάση περιπτώσει, αυτό να μην είναι το μοναδικό κριτήριο για την πραγματοποίηση των αγορών τους.
Η. Επί σοβαρών ενδείξεων προβληματικής συναλλαγής, να προβαίνουν άμεσα σε αμφισβήτηση προς τα τραπεζικά τους ιδρύματα, εφόσον η εξόφληση των αγαθών έχει γίνει μέσω κάρτας (χρεωστικής ή πιστωτικής) και, αντίστοιχα, προς τους οργανισμούς διενέργειας
ηλεκτρονικών πληρωμών .
Θ. Θα πρέπει, τέλος, οι καταναλωτές να λαμβάνουν επιβεβαίωση της παραγγελίας, την οποία να φυλάσσουν μαζί με κάθε άλλο έγγραφο που σχετίζεται με αυτή. Αν χρειάζεται να επικοινωνήσουν με τον έμπορο, να προτιμούν το ηλεκτρονικό μήνυμα. Με αυτό τον τρόπο, σε περίπτωση προβλήματος, θα έχουν στη διάθεσή τους έμπρακτες αποδείξεις της επαφής-επικοινωνίας τους, καθώς και όλες τις λεπτομέρειες της συναλλαγής που έχουν συμφωνηθεί.

Σφραγίδα της Χάγης (Apostille)

Η Σφραγίδα της Χάγης (Apostille) είναι η σφραγίδα η οποία απαιτείται, σύµφωνα µε την Σύµβαση της Χάγης του 1961, να τεθεί στα δηµόσια έγγραφα από το Κράτος που τα έχει συντάξει, προκειµένου να βεβαιωθεί η γνησιότητα της υπογραφής και η ιδιότητα µε την οποία ενήργησε ο υπογράφων το έγγραφο και ενδεχοµένως, η ταυτότητα της σφραγίδας ή του επισήµατος που φέρει το έγγραφο.

Η χορήγηση της Σφραγίδας της Χάγης είναι βασική προϋπόθεση για να γίνουν δεκτά τα δηµόσια έγγραφα µεταξύ οποιουδήποτε Κράτους έχει προσχωρήσει στην Σύµβαση αυτή και οποιωνδήποτε Κρατών δεν έχουν προβάλλει αντίρρηση κατά της προσχώρησης του. Συγκεκριμένα, η χώρα µας επικύρωσε την ανωτέρω Σύµβαση µε τον νόµο 1497/1984.

Για την χορήγηση της Σφραγίδας της Χάγης είναι απαραίτητη η ύπαρξη του δείγµατος υπογραφής του υπογράφοντος το δηµόσιο έγγραφο, µε εξαίρεση τα έγγραφα που φέρουν την προηγµένη ηλεκτρονική υπογραφή (ψηφιακή υπογραφή) ΠΠ1.

Ως δηµόσια έγγραφα κατά τη Σύµβαση θεωρούνται:

  • Τα έγγραφα που προέρχονται από αρχή ή δηµόσιο υπάλληλο δικαιοδοτικού οργάνου του κράτους, συµπεριλαµβανοµένων και των εγγράφων που προέρχονται από εισαγγελική αρχή, δικαστικό γραµµατέα ή δικαστικό επιµελητή.
  • Τα διοικητικά έγγραφα.
  • Τα συµβολαιογραφικά έγγραφα.
  • Οι επίσηµες βεβαιώσεις που τίθενται σε ιδιωτικό έγγραφο (βεβαιώσεις- θεωρήσεις- επικυρώσεις).

Όταν τα έγγραφα πρόκειται να σταλούν σε Κράτος µη µέλος της Σύµβασης της Χάγης (Apostille) ή σε Κράτος για το οποίο η χώρα µας έχει εγείρει αντιρρήσεις, ακολουθείται η οδός της επικύρωσης των εγγράφων αυτών από τα εποπτεύοντα Υπουργεία και στην συνέχεια από το Υπουργείο Εξωτερικών.

Αρμόδιοι φορείς για τη χορήγηση της Σφραγίδας της Χάγης είναι:

  1. ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΕΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΙΣ

Επισηµειώνουν τα δηµόσια διοικητικά έγγραφα των δηµοσίων πολιτικών υπηρεσιών του νοµού, τα έγγραφα των νοµικών προσώπων του δηµοσίου δικαίου καθώς και τα έγγραφα των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθµού και των ληξιαρχείων.

  1. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ

Επισηµειώνουν τα έγγραφα των υπηρεσιών της περιφέρειας.

  1. ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΑ

Επισηµειώνουν τα δικαστικής φύσεως έγγραφα.

Ειδικότερα οι κατηγορίες των εγγράφων είναι οι εξής:

Α. ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Η Σφραγίδα της Χάγης χορηγείται σε πρωτότυπα δηµόσια έγγραφα ή σε ακριβή αντίγραφα της εκδούσας αρχής, που έχουν ισχύ πρωτοτύπου. Αν δεν προβλέπεται έκδοση ακριβούς αντιγράφου, τότε η επισηµείωση χορηγείται σε ακριβές φωτοαντίγραφο επικυρωµένο από την εκδούσα αρχή.

  • ΕΓΓΡΑΦΑ ΔΗΜΩΝ-ΛΗΞΙΑΡΧΕΙΩΝ

Πιστοποιητικά Γέννησης – Πιστοποιητικά Οικογενειακής Κατάστασης – Ληξιαρχικές πράξεις Γάµου – Άδεια γάµου – Λοιπά έγγραφα.

Εξαιρούνται της επισηµείωσης τα έγγραφα που σχετίζονται µε την Προσωπική κατάσταση, Δικαιοπρακτική ικανότητα, Οικογενειακή κατάσταση, Ιθαγένεια, Κατοικία, διαµονή και η πράξη ή άλλα έγγραφα τέλεσης γάµου που προέρχονται από τις χώρες που έχουν επικυρώσει την Σύµβαση περί απαλλαγής από την επικύρωση ορισµένων πράξεων και εγγράφων.

  • ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗΣ

Ταυτότητες, Διαβατήρια, Λοιπές Βεβαιώσεις.

  • ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ
  • ΕΦΟΡΙΑΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Τα δεδοµένα των ηλεκτρονικών υποβαλλόµενων εγγράφων (Ε1, Ε2, Ε3, Ε5, Ε9) θα πρέπει να αναγράφονται σε υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόµενου, όπου θα βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του. Τα έγγραφα που χορηγούνται ηλεκτρονικά στους ενδιαφερόµενους µέσω του συστήµατος taxisnet (όπως π.χ. το εκκαθαριστικό της εφορίας) επικυρώνονται από τις αρµόδιες ΔΟΥ µε την σφραγίδα «ακριβές αντίγραφο» και στη συνέχεια προσκοµίζονται από τους ενδιαφερόµενους στην οικεία Αποκεντρωµένη Διοίκηση.

  • ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Έγγραφα Α/βάθµιας και Β/βάθµιας Εκπαίδευσης (απολυτήρια, έλεγχοι, κτλ.), έγγραφα Πανεπιστηµίων και Τ.Ε.Ι., έγγραφα από αµιγώς Ελληνικά σχολεία του εξωτερικού,  έγγραφα Κρατικών ή Ιδιωτικών σχολών µουσικής, χορού και θεάτρου, έγγραφα ιδιωτικών και δηµοσίων ΙΕΚ, έγγραφα ΟΑΕΔ κτλ.

  • ΕΓΓΡΑΦΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

Έγγραφα από πανεπιστηµιακά, δηµόσια και στρατιωτικά νοσοκοµεία, έγγραφα Ι.Κ.Α., Π.Ε.Δ.Υ. και Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

  • ΕΓΓΡΑΦΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ
  • ΦΕΚ
  • ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων, αντίγραφα Ποινικού Μητρώου για Έλληνες που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό ή αλλοδαπούς, έγγραφα που εκδίδονται από το Πρωτοδικείο, το Ειρηνοδικείο, το Πταισµατοδικείο και τον Άρειο Πάγο, Ποινικά Μητρώα, έγγραφα συµβολαιογραφικά, έγγραφα Υποθηκοφυλακείου, έγγραφα δικαστικών επιµελητών Πρωτοδικείου επικυρωµένα από τον Πρόεδρο επιµελητών, έγγραφα από το Διοικητικό Πρωτοδικείο, Διοικητικό Εφετείο και έγγραφα από το Συµβούλιο της Επικρατείας.

Σε κάθε δικαστικής φύσης δηµόσιο έγγραφο, επιβάλλεται τέλος ύψους δέκα (10) ευρώ, για την επίθεση της Σφραγίδας της Χάγης (Apostille),

  • ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΡΕΣΒΕΙΩΝ, ΠΡΟΞΕΝΕΙΩΝ & ΞΕΝΩΝ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ
  • ΕΓΓΡΑΦΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΜΕΝΑ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Αντίγραφα πρακτικών ΔΣ, Πιστοποιητικά, Βεβαιώσεις, αποσπάσµατα καταχωρηµένα στο Γενικό Εµπορικό µητρώο (Γ.Ε.ΜΗ).

Για τα πιστοποιητικά-βεβαιώσεις και αποσπάσµατα που χορηγούνται από το Γ.Ε.ΜΗ, αποκλειστικά µε ηλεκτρονικό τρόπο και φέρουν ψηφιακή υπογραφή (ΠΠ1) θα πρέπει οι ενδιαφερόµενοι να ακολουθούν τις οδηγίες του ιστότοπου www.businessportal.gr.

Β. ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Η Σφραγίδα της Χάγης χορηγείται σε ιδιωτικό έγγραφο εφόσον έχει βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής του υπογράφοντος το έγγραφο, από δηµόσια διοικητική αρχή ή τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών. Η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής ενδιαφεροµένου γίνεται από οποιαδήποτε Διοικητική Αρχή ή τα ΚΕΠ, βάσει του δελτίου ταυτότητας ή των αντίστοιχων εγγράφων που προβλέπονται στο άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

  • ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΑ
  • ΕΓΓΡΑΦΑ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

Έγγραφα ιδιωτικών ΙΕΚ- λοιπά εκπαιδευτικά ιδρύματα

  • ΕΓΓΡΑΦΑ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

Έγγραφα ιδιωτικών κλινικών, έγγραφα ιδιωτικών νοσοκοµείων (ιατρικές γνωµατεύσεις, βεβαιώσεις, κτλ.), έγγραφα από ιδιώτη γιατρό.

  • ΕΓΓΡΑΦΑ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ

Έγγραφα Εταιρειών του εσωτερικού, έγγραφα Εταιρειών από το Γ.Ε.ΜΗ.

  • ΕΓΓΡΑΦΑ ΙΔΙΩΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΜΕΛΗΤΩΝ

Γ. ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Αλλοδαπά συµβολαιογραφικά πληρεξούσια έγγραφα, μεταφράσεις Αλλοδαπών Εγγράφων

Δ. ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΕΠΙΣΗΜΕΙΩΝΟΝΤΑΙ

Έγγραφα χωρίς έλεγχο γνησιότητας υπογραφής, Επικυρωµένα φωτοαντίγραφα από ΚΕΠ, Εκτυπωµένα φαξ, e-mail, ηλεκτρονικά υποβαλλόµενα έγγραφα, έγγραφα των δηµοσίων υπηρεσιών που αφορούν εµπορικές ή τελωνειακές πράξεις (π.χ. τιµολόγια).

Αναγκαστική εκτέλεση (Κατάσχεση και πλειστηριασμός)

Ο κώδικας Πολιτικής Δικονομίας περιέχει έναν μεγάλο τομέα (Βιβλίο 8ο), ο οποίος αναλύεται σε επιμέρους κεφάλαια, όπου εκεί διατυπώνεται ο τρόπος αλλά και οι όροι με τους οποίους μπορεί να εισπράξει την απαίτησή του, οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο από τον οφειλέτη του.

Η είσπραξη της απαιτήσεως αυτής μπορεί να γίνει με τους ακόλουθους τρόπους:

  1. Με κατάσχεση της κινητής περιουσίας του οφειλέτη.

Η κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί στα κινητά που βρίσκονται στα χέρια του οφειλέτη ή και τρίτου.

Την κατάσχεση ενεργεί εντεταλμένος δικαστικής επιμελητής, ο οποίος αμέσως μετά εκδίδει το σχετικό πρόγραμμα πλειστηριασμού, όπως, άλλωστε, γίνεται μετά από κάθε είδους κατάσχεσης. Όμως, δεν επιτρέπεται η κατάσχεση όλων των κινητών πραγμάτων που έχει στα χέρια του ο οφειλέτης ή τρίτος που είναι πρόθυμος να τα αποδώσει. Τα κινητά αυτά θεωρούνται ακατάσχετα και είναι εκείνα που είναι απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του καθώς και τα πράγματα που είναι απαραίτητα για την εργασία του οφειλέτη, ώστε να μπορεί να ζήσει αυτός και η οικογένειά του.

Ως ακατάσχετα θεωρούνται τα οικιακά σκευή, η τηλεόραση, τα έπιπλα κλπ. καθώς και τα εργαλεία ή άλλες συσκευές καθώς και ο υπολογιστής, το γραφεί και όλα τα σχετικά έπιπλα.

  1. Με κατάσχεση τα χέρια τρίτου.

Η κατάσχεση αυτή γίνεται  μέσω δικαστικού επιμελητή (όπως όλες οι κατασχέσεις) και μπορεί να περιλαμβάνει χρηματικές απαιτήσεις που έχει ο οφειλέτης κατά τρίτων καθώς και κινητών, υπό τον όρο ότι οι απαιτήσεις αυτές καθώς και η μεταβίβαση της κυριότητας κινητών να μην εξαρτώνται από αντιπαροχή. Επίσης, η κατάσχεση επιβάλλεται σε κινητά που βρίσκονται στα χέρια τρίτου. Κλασσικό παράδειγμα κατασχέσεως εις χείρας τρίτου είναι η επιβολή κατάσχεσης στους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρεί, ο οφειλέτης, στις τράπεζες.

Εξαιρούνται, όμως, της κατασχέσεως τα πράγματα εκείνα που μπορεί να υποστούν άμεση φθορά, η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες, δηλαδή, στις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες καθώς και οι απαιτήσεις διατροφής που πηγάζουν από τον νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη) . Επίσης, εξαιρούνται της κατασχέσεως οι απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας. Επίσης, απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή κλπ., οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό του ποσού του μισθού κλπ. Τέλος, εξαιρούνται  από την κατάσχεση οι κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις μέχρι την κατάθεσή τους στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, καθώς και οι απαιτήσεις, που επιδικάζονται εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

  1. Με κατάσχεση ακινήτων, πλοίων ή αεροσκαφών του οφειλέτη.

Ειδικώτερα μπορεί να γίνει κατάσχεση σε ακίνητο που είναι στην κυριότητα του οφειλέτη ή εμπράγματου δικαιώματος αυτού πάνω σε ακίνητο (ψιλή κυριότητα, επικαρπία, κλπ.). Επίσης μπορεί να γίνει κατάσχεση σε ακίνητο που ο οφειλέτης μεταβίβασε δολίως σε τρίτον, εφ’ όσον ο δανειστής καταφέρει να επιτύχει την διάρρηξη της αγοραπωλησίας αυτής λόγω δολιότητας του οφειλέτη. Είναι χρήσιμο να τονιστεί ότι η κατάσχεση επεκτείνεται όχι μόνο στα συστατικά του ακινήτου και τα παρατήματα αυτού αλλά και στην αποζημίωση που οφείλεται από την ασφαλιστική εταιρία, εφ’ όσον το συγκεκριμένο ακίνητο είναι ασφαλισμένο.

  1. Με κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων.

Τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να προσδιοριστούν απολύτως, διότι η δημιουργία αυτών ή η ύπαρξή τους σχετίζεται με την πρόοδο της επιστήμης, της τεχνολογίας κλπ. Πάντως, μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευση κινηματογραφικών ταινιών, απαιτήσεις κατά τρίτων που εξαρτώνται από αντιπαροχή και εφ’ όσον επιτρέπεται η μεταβίβασή των.

  1. Με αναγκαστική διαχείριση.

Ειδικώτερα, προκειμένου να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση δανειστή, μπορεί να επιβληθεί με απόφαση δικαστηρίου, η αναγκαστική διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη ή της επιχείρησής του. Όμως, δεν επιβάλλεται αναγκαστική διαχείριση αν το δικαστήριο κρίνει ότι από τα εισοδήματα του ακινήτου ή της επιχείρησης δεν θα ικανοποιηθεί ο δανειστής σε λογικό διάστημα ή όταν το ποσό της απαίτησης δεν δικαιολογεί να τεθεί το ακίνητο ή η επιχείρηση σε αναγκαστική διαχείριση ή αν πρόκειται για μικρή επιχείρηση ή για ακίνητο μικρής αξίας, οπότε θα ήταν ασύμφορη η αναγκαστική διαχείριση ή, τέλος, αν πρόκειται για επιχείρηση και το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι για να μην τεθεί αυτή σε αναγκαστική διαχείριση.

  1. Με προσωπική κράτηση.

Η προσωπική κράτηση διατάσσεται στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Άρα, το μέτρο αυτό μπορεί να ισχύσει όπου ο νόμος προβλέπει την ύπαρξη και εφαρμογή του μέτρου αυτού, κατά περίπτωση. Επίσης, το μέτρο αυτό μπορεί να ισχύσει και για απαιτήσεις από αδικοπραξία.

Για την απαγγελία προσωπικής κράτησης απαιτείται δικαστική απόφαση και η διάρκεια αυτής ορίζεται έως ένα έτος.

Απαγορεύεται η κράτηση ανηλίκων υπό γονική μέριμνα ή επιτροπεία καθώς και αυτών που έχουν τεθεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης. Επίσης, δεν απαγγέλλεται κατά βουλευτών, κατά προσώπων ηλικίας άνω των εξήντα πέντε ετών και κατά κληρικών.

 

Λύση αστικής μίσθωσης

Η αστική μίσθωση (μίσθωση κατοικίας) διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 574 επ.) και από τον νόμο 1703/1987.

Τα μέρη είναι ελεύθερα, καταρχήν, να συνάψουν σύμβαση μίσθωσης κατοικίας για το χρονικό διάστημα που επιθυμούν, με τον εξής, όμως, περιορισμό. Θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους τη νόμιμη ελάχιστη διάρκεια των τριών ετών. Τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν μικρότερη διάρκεια των τριών ετών, όμως πριν την παρέλευση της τριετίας δεν μπορεί ο εκμισθωτής να απαιτήσει από τον μισθωτή να εγκαταλείψει το μίσθιο, ούτε ο μισθωτής μπορεί να φύγει αζημίως από το μίσθιο. Η τριετία αυτή αφορά μόνο μισθώσεις για κύρια κατοικία και όχι οποιαδήποτε άλλη μίσθωση για διαφορετική χρήση, όπως είναι αυτή για εξοχική κατοικία.

Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει ορισμένη διάρκεια μίσθωσης, η λύση της επέρχεται με την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο. Η μίσθωση ορισμένου χρόνου δεν ανανεώνεται σε περίπτωση παρακράτησης του μισθίου από τον μισθωτή, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των μερών ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναμίσθωσης. Βέβαια, στην περίπτωση που η συνέχιση της μίσθωσης ορισμένου χρόνου καταστεί δυσλειτουργική για τα συμβαλλόμενα μέρη πριν τη συμπλήρωση της τριετίας, η λύση της μπορεί να επέλθει με καταγγελία.

Εάν η μίσθωση είναι αορίστου χρόνου, η λύση της επέρχεται με καταγγελία ενός εκ των δύο συμβαλλομένων, χωρίς να απαιτείται ο λόγος καταγγελίας να είναι ουσιώδης ή σπουδαίος. Η καταγγελία είναι μονομερής, άτυπη, απευθυντέα δήλωση βούλησης προς τον αντισυμβαλλόμενο.

Ενδεικτικές περιπτώσεις καταγγελίας από τον μισθωτή: Αν δεν του παραδόθηκε η χρήση του μισθίου στον συμφωνημένο χρόνο ή του αφαιρέθηκε στη συνέχεια η συμφωνημένη χρήση, αν υπάρχουν στο μίσθιο πραγματικά ή νομικά ελαττώματα ή λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες και αν απειλείται κίνδυνος για την υγεία του μισθωτή.

Ενδεικτικές περιπτώσεις καταγγελίας από τον εκμισθωτή: Αν ο μισθωτής κάνει κακή χρήση του μισθίου ή χρήση αντίθετη από εκείνη που συμφωνήθηκε ή δεν έχει την πρέπουσα συμπεριφορά προς τους λοιπούς ενοίκους και αν δεν καταβάλλει ολόκληρο ή μέρος του μισθώματος στον χρόνο που οφείλει.

Επίσης, η μίσθωση ορισμένου/ αορίστου χρόνου μπορεί να λυθεί με αντίθετη, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία των μερών. Επιπροσθέτως, η μίσθωση ορισμένου/ αορίστου χρόνου μπορεί να λυθεί λόγω παράβασης όρου της σύμβασης.

Σημειωτέον, ότι ο κάποτε ισχύσας λόγος καταγγελίας μίσθωσης κύριας κατοικίας για ιδιοκατοίκηση έχει πλέον καταργηθεί.

Με τη λύση της μίσθωσης ο μισθωτής οφείλει να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή στην κατάσταση που το παρέλαβε. Αν το παρακρατήσει, οφείλει το συμφωνημένο μίσθωμα ως αποζημίωση χρήσης, υποχρεούμενος μάλιστα και στην αποκατάσταση κάθε άλλης τυχόν ζημίας εξαιτίας της παρακράτησης.

Μια περίπτωση που προβληματίζει συχνά τα συμβαλλόμενα μέρη είναι η έξωση, όταν η μίσθωση δεν εξελίσσεται ομαλά και ο εκμισθωτής επιδιώκει να ελευθερώσει το ακίνητό του από τον μισθωτή του, λόγω μη πληρωμής ή καθυστέρησης πληρωμής του μισθώματος.

Η διαδικασία αυτή ξεκινάει με επίδοση με δικαστικό επιμελητή εξώδικης όχλησης στον μισθωτή. Αν ο μισθωτής δεν συμμορφωθεί, ακολουθεί αίτηση στο δικαστήριο για να εκδοθεί διαταγή απόδοσης μισθίου. Δεν απαιτείται συζήτηση σε ακροατήριο, εξέταση μαρτύρων κ.ά., αλλά προσκομίζεται στο δικαστήριο ένα σύνολο εγγράφων. Με την ίδια αίτηση μπορεί να ζητηθεί και καταβολή τυχόν οφειλόμενων μισθωμάτων, κοινόχρηστων και λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Όταν εκδοθεί η διαταγή απόδοσης, ο δικαστικός επιμελητής πρέπει να την επιδώσει στον μισθωτή. Είκοσι ημέρες μετά την επίδοσή της, ο εκμισθωτής μπορεί να προχωρήσει στην αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο με τη συνδρομή του δικαστικού επιμελητή.

Εναλλακτικά στην ανωτέρω διαδικασία, ο εκμισθωτής μπορεί να ασκήσει αγωγή απόδοσης μισθίου κατά του μισθωτή του. Σε αντίθεση με την διαταγή απόδοσης μισθίου, η άσκηση της αγωγής είναι χρονοβόρα και δαπανηρή, καθώς απαιτείται παράσταση ενώπιον του Δικαστηρίου και πολύμηνη αναμονή μέχρι την έκδοση της απόφασης. Μέχρι να εκδοθεί απόφαση ο μισθωτής δεν υποχρεούται να αποχωρήσει από το μίσθιο.

Νομικά θέματα επί των συναλλαγών λόγω της πανδημίας του κορονοϊού

Οι συνέπειες από την πανδημία του κορονοϊού διέπουν τις σχέσεις φυσικών και νομικών προσώπων σ’ όλη τη χώρα οριζοντίως και καθέτως.

Οι κρατικές υπηρεσίες επεδίωξαν και επιδιώκουν όπως ρυθμίσουν τα θέματα που προκύπτουν μεταξύ κράτους και πολιτών, ενώ προβαίνουν συνεχώς και καθημερινά στην έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και υπουργικών αποφάσεων ώστε να περιορίσουν τις αρνητικές συνέπειες που δημιουργούνται από την αναγκαστική ή εν τοις πράγμασι παύση λειτουργίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων και των εργαζομένων σε αυτές. Το ίδιο ισχύει και για τα θέματα που άπτονται του ασφαλιστικού συστήματος.

Ένα καίριο θέμα που δεν έχει ρυθμιστεί και αμφιβάλλω αν θα υπάρξει πρόβλεψη για τέτοια ζητήματα από την κρατική εξουσία είναι οι συνέπειες από την μη εκτέλεση ή μη πραγματοποίηση ή, ακόμη και την μη ολοκλήρωση των ιδιωτικών συμβάσεων μεταξύ ιδιωτών ή/και νομικών προσώπων.

Τα θέματα αυτά αφορούν κάθε είδους συναλλαγή (κυρίως αμφοτεροβαρή) και εκτιμάται ότι έχουν, ήδη, επιφέρει σοβαρότατες συνέπειες στον εμπορικό κόσμο αλλά και γενικότερα στον κόσμο των συναλλαγών.

Είναι εμφανές ότι η παύση λειτουργίας μεγάλου μέρους των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, έχει οδηγήσει στο χείλος της οικονομικής εξαντλήσεως επιχειρηματίες, επαγγελματίες αλλά και ιδιώτες, οι οποίοι εξαρτούν την οικονομική επιβίωσή τους από την είσπραξη των χρημάτων που αποτελούν το αντίτιμο πωλήσεων, παροχής υπηρεσιών, εκτελέσεως έργων αλλά και εσόδων από την εκμετάλλευση ακινήτων. Συγχρόνως, δε, η ανυπαρξία υποστήριξης των επιχειρήσεων από το τραπεζικό σύστημα, οδηγεί αυτές σε ασφυξία.

Το γεγονός ότι τα Δικαστήρια δεν λειτουργούν πλην των θεμάτων που άπτονται των παραγραφών, του αυτοφώρου κλπ., συνεπάγεται την σώρευση τεράστιου αριθμού απαιτήσεων από την μη εκτέλεση των συμβάσεων ή από πλημμελή εκτέλεση αυτών.

Ανεξαρτήτως του τι πρόκειται να συμβεί μετά το άνοιγμα των Δικαστηρίων και την πλημμυρίδα κατάθεσης δικογράφων, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ερευνηθεί ο τρόπος αντιμετώπισης από τις δικαστικές αρχές των διενέξεων μεταξύ των διαδίκων και η επιχειρηματολογία της κάθε πλευράς προς αντίκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου.

Θεωρείται δεδομένο και αυτονόητο ότι κατά την δικαστική επίλυση των διαφορών, θα εφαρμοστούν οι ισχύουσες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αλλά και των επιμέρους ειδικών νόμων, δηλαδή των πυλώνων απονομής δικαιοσύνης.

Ειδικώτερα θα εφαρμοστούν, κατά περίπτωση, οι διατάξεις γενικού και ειδικού Ενοχικού δικαίου, του Εμπραγμάτου, κληρονομικού κλπ.

Όμως, λόγω των ειδικών περιστάσεων, σημαντικότερο ρόλο θα έχουν οι διατάξεις περί ανωτέρας βίας σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 200 του Αστικού Κώδικα περί ερμηνείας των συμβάσεων, του άρθρου 281 Α.Κ. περί κατάχρησης δικαιώματος και άρθρου 288 Α.Κ. περί εκπληρώσεως της παροχής, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Κληρονομικό Καταπίστευμα

Ο Αστικός Κώδικας περιλαμβάνει στον τομέα του κληρονομικού δικαίου, στο κεφάλαιο υπ’ αριθμόν 14, και υπό τον τίτλο «κληρονομικό καταπίστευμα», τις διατάξεις με τις οποίες ρυθμίζεται το καταπίστευμα στο κληρονομικό δίκαιο.

Οι διατάξεις αυτές περιέχονται στα άρθρα 1923 έως 1941.

Στην παρούσα ανάλυση, αναφέρονται ενδεικτικά τα όσα περιλαμβάνονται στο άρθρο 1923 και 1927, προκειμένου να γίνει κατανοητή η έννοια του καταπιστεύματος, όσον αφορά, τουλάχιστον, τα φυσικά πρόσωπα.

Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1923 του Αστικού Κώδικα «Ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο).

Τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον καταπιστευματοδόχο».

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 1927 του Αστικού Κώδικα «Αν ο διαθέτης απαγόρευσε στον κληρονόμο την εκποίηση της κληρονομίας ή τη διάθεσή της με διάταξη τελευταίας βούλησης, σε περίπτωση αμφιβολίας οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κληρονόμου θεωρούνται καταπιστευματοδόχοι.»

Ερμηνεύοντας τα δύο αυτά άρθρα, αναφέρουμε τα ακόλουθα:

  1. Ο διαθέτης, δηλαδή, ο κληρονομούμενος πρέπει να συντάξει διαθήκη, μέσω της οποίας μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο του να παραδώσει την κληρονομία σε τρίτον είτε όταν συμβεί ορισμένο γεγονός ή σε ορισμένο χρονικό σημείο. Δηλαδή, ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται την κληρονομία, να εισπράττει τους καρπούς της (ενοίκια, δικαιώματα, royalties, κλπ.) αλλά δεν έχει δικαίωμα να την πουλήσει ή να τη διαθέσει με άλλο τρόπος σε τρίτους.
  2. Η παράδοση της κληρονομίας σε τρίτον όταν συμβεί ορισμένο γεγονός σημαίνει ότι ο διαθέτης μπορεί να ορίσει ως κληρονόμο, παραδείγματος χάριν, την σύζυγο του αλλά να ορίσει επίσης ότι μετά το θάνατό της, η κληρονομία θα περιέλθει σε άλλον (συγγενή, τρίτον, νομικό πρόσωπο, κλπ.)
  3. Η παράδοση της κληρονομίας έπειτα από ορισμένο χρονικό σημείο σημαίνει ότι ο διαθέτης μπορεί να ορίσει στην διαθήκη του την παράδοση της κληρονομίας σε άλλον π.χ. μετά την πάροδο δύο ετών από το θάνατό του.
  4. Επίσης, μπορεί να ορίσει στη διαθήκη ότι ποσοστό της κληρονομίας, το οποίο, όμως, πρέπει να προσδιορίζεται ώστε να αποφεύγεται η ασάφεια των όρων της διαθήκης, θα παραδοθεί σε τρίτον, έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο. Στην περίπτωση μεταβιβάσεως ποσοστού σε τρίτον, τότε θεωρείται ότι ο αρχικός κληρονόμος δικαιούται να διαθέτει την υπόλοιπη περιουσία όπως επιθυμεί.
  5. Ο διαθέτης δεν μπορεί να επιβάλλει όμοιους όρους στον καταπιστευματοδόχο. Δηλαδή, ο τελευταίος θα μπορεί να διαθέσει την κληρονομία όπως επιθυμεί.
  6. Τέλος, αν ο διαθέτης απαγορεύσει, με την διαθήκη του, στον κληρονόμο την εκποίηση της ή τη διάθεση της κληρονομιαίας περιουσίας και ο κληρονόμος δεν συντάξει διαθήκη, που σημαίνει ότι θα κληρονομηθεί από τους δικούς του κληρονόμους ως εξ αδιαθέτου, τότε οι κληρονόμοι του κληρονόμου θεωρούνται καταπιστευματοδόχοι, οπότε εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις περί καταπιστεύματος.

Τηλ.: +30 210 8232157, +30 210 8232167
Fax.: +30 210 8232431


Βαλαωρίτου 1
Αθήνα 10671, Ελλάδα


Ώρες γραφείου: 09:30 - 18:30